αποπεράτωση


αποπεράτωση
[апопэратоси] ουσ. Θ. завершение, заканчивание.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αποπεράτωση" в других словарях:

  • αποπεράτωση — η (AM ἀποπεράτωσις) τελείωμα, αποτέλειωμα, συμπλήρωση …   Dictionary of Greek

  • τέλος — το, ΝΜΑ 1. η ολοκλήρωση, η τελείωση ενός πράγματος, το έσχατο όριο του στον χώρο και στον χρόνο, αποπεράτωση, πέρας (α. «το τέλος τού δρόμου» β. «το τέλος τής προσπάθειας» γ. «τέλος τής εβδομάδας» δ. «μὴ πρότερόν τι πάθῇς, πρὶν τέλος ἐπιθεῑναι… …   Dictionary of Greek

  • Αβέρωφ, Γεώργιος — (Μέτσοβο 1818 – Αλεξάνδρεια 1899). Επιχειρηματίας και εθνικός ευεργέτης. Είκοσι δύο ετών έφυγε από τη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο, απέκτησε κολοσσιαία περιουσία και διέθεσε τεράστια ποσά για… …   Dictionary of Greek

  • Κουνιόνες, Χερόνιμο Γκαρθία ντε- — (Heronimo Garcia de Quinones, 18ος αι.). Ισπανός αρχιτέκτονας. Εργάστηκε το 1755 για την ολοκλήρωση του Κολεγίου των Ιησουιτών, τα σχέδια του οποίου είχε εκπονήσει ο αρχιτέκτονας Χουάν Γκόμεθ ντε Μόρα το 1615. Από το 1746 έως το 1756 ασχολήθηκε… …   Dictionary of Greek

  • Ίσθμια — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 10 μ., 1.030 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λουτρακίου. Ο οικισμός χτίστηκε μετά την αποπεράτωση της διώρυγας της Κορίνθου, ανατολικά της εισόδου της, στο έδαφος της Στερεάς Ελλάδας. Στην… …   Dictionary of Greek

  • απεργασία — ἀπεργασἰα, η (Α) 1. αποπεράτωση, εκτέλεση 2. (για έργα ζωγραφικής) συμπλήρωση, φινίρισμα 3. το να παράγει, να δημιουργεί, να προξενεί κάποιος κάτι 4. θεραπεία, τρόπος θεραπείας …   Dictionary of Greek

  • απο- — [ΕΤΥΜΟΛ. Το απο ως προρρηματικό ή προθεματικό στοιχείο προέρχεται από την πρόθεση από. Χρησιμεύει ως α΄ συνθετ. πολλών λέξεων της αρχαίας, μσν. και νέας Ελληνικής και σημαίνει: α) χωρισμό, απομάκρυνση αποβάλλω, απόδημος, απόμαχος αρχ. άπειμι,… …   Dictionary of Greek

  • αποτελείωση — η (AM ἀποτελείωσις) νεοελλ. ολοκλήρωση, αποπεράτωση μιας πράξης αρχ. μσν. το να φθάνει κάποιος ή κάτι στην τελειότητα …   Dictionary of Greek

  • γλύτωμα — το και γλυτωμός, ο [γλυτώνω] 1. απαλλαγή από κάποιο κακό, λύτρωση 2. αποπεράτωση (κάποιου έργου) 3. (για χρέος) απαλλαγή …   Dictionary of Greek

  • εκπεράτωσις — ἐκπεράτωσις, η (Μ) η αποπεράτωση …   Dictionary of Greek